Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

9 Σεπτεμβρίου 1906: Η δολοφονία του Μητροπολίτη Κορυτσάς Φωτίου

Εισήγηση του κ. Χρήστου Ανδρεάδη 
στο 15° Συνέδριο Αυτογνωσίας

O Φώτιος Καλπίδης, γόνος επταμελούς αρχοντικής βιβλικής οικογένειας του Τσαγκράκ της Κερασούντας του Πόντου, γεννήθηκε το 1862 και μετά τις προκαταρκτικές του σπουδές στο Τσαγκράκ φοίτησε στο Ημιγυμνάσιο Κερασούντας, για να μεταβεί κατόπιν στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία και αποφοίτησε το 1889 με άριστα ως «διδάκτωρ της θεολογίας». Το 1890 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και αμέσως διορίστηκε διευθυντής των σχολών της Κερασούντας.

 Το 1897 διορίζεται αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου και χειροτονείται πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης, για να γίνει αμέσως μετά τον επόμενο χρόνο μέλος της συντακτικής επιτροπής του επισήμου οργάνου του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική αλήθεια», υπηρεσία στην οποία έδειξε αμέριστο ζήλο και συνετέλεσε με κάθε τρόπο στη βελτίωση της εκδόσεως και διαδόσεως του περιοδικού αυτού. Στις 16 Μαΐου 1902 εκλέγεται μητροπολίτης Κορυτσάς και Πρεμετής και λίγες μέρες μετά, στις 19 Μάιου, χειροτονείται μητροπολίτης από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ και ολόκληρη την Ιερά Σύνοδο.

Με τους καλύτερους οιωνούς ο Φώτιος, γεμάτος όνειρα και προσδοκίες για την υπεράσπιση των συμφερόντων της Εκκλησίας και του Γένους, ξεκινάει για τη νέα του θέση, την Κορυτσά, στην οποία και καταφθάνει στις 7 Ιουλίου 1902, όπου και γίνεται δεκτός από τα πλήθη των χριστιανών της ελληνικής κοινότητας, που έσπευσαν να τον υποδεχθούν με μεγάλη χαρά.

Την εποχή αυτή ο μακεδoνικός αγώνας βρισκόταν στο κρίσιμο σημείο του περιορισμού των διπλωματικών διαμαρτυριών της ελληνικής κυβερνήσεως και της μεταβάσεως στον ένοπλο αγώνα, εφόσον διάφορες συμμορίες κομιτατζήδων λυμαίνονταν την ύπαιθρο και κατατρομοκρατούσαν τους ελληνικούς πληθυσμούς. Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο φτάνει ο Φώτιος στην Κορυτσά. Οι ξένες προπαγάνδες (αυστριακή, ιταλική, ρουμανική, αλβανική και κάπως υποτονική η βουλγαρική) οργιάζουν. Συμμορίες ποικίλων αποχρώσεων περιτρέχουν την ύπαιθρο και μολύνουν τον ιερό βορειοηπειρωτικό χώρο.

Μοναδικό, λοιπόν, στήριγμα του πληθυσμού της περιοχής, άμεσο, απέμενε η Μητρόπολη με το Φώτιο, αφού αυτός δεχόταν τα μηνύματα του χειμαζόμενου ποιμνίου του, τα οποία και διαβίβαζε στον πρόξενο Μοναστηρίου. Αυτός έπρεπε να αντιμετωπίσει κάθε επιβουλή, αυτός έπρεπε ν' αναχαιτίσει τις προσπάθειες των ξένων προπαγανδών και ιδιαίτερα της αλβανορωμουνικής, η οποία και πρωτοστατούσε στον αγώνα εναντίον του ελληνισμού, αυτός έπρεπε ν' αντιταχθεί στα σχέδια των συμμοριών, αυτός έπρεπε να εμψυχώνει, να φρονηματίζει και να καθοδηγεί το ποίμνιο του.
Με άγρυπνο μάτι παρακολουθούσε την κατάσταση, για ν' αρχίσει αμέσως το σωτήριο έργο του. Πρώτο του μέλημα η παιδεία. Παιδεία και Εκκλησία, Ελλάδα και Χριστός θα ήταν οι άξονες της πορείας του και πάντα με γνώμονα το Οικουμενικό Πατριαρχείο.                                  

Αμέσως προβαίνει σε αναδιοργάνωση των εκπαιδευτηρίων Κορυτσάς, τα οποία είχαν τεράστια ακμή, και κατευθύνει το διδακτικό Εισηγητής ο προσωπικό με στόχο την καταπολέμηση του προσηλυτισμού των ξένων προπαγανδών.
Ιδιαίτερη θα είναι η μέριμνα του Φωτίου για τα σχολεία της υπαίθρου, εναντίον των οποίων με περισσότερο μένος καραδοκούν οι ξένοι προπαγανδιστές και περισσότερο θα στραφεί η προσοχή του στην ίδρυση σχολείων εκεί, όπου η οργιάζουσα ρουμανική και αλβανική προπαγάνδα είχε καταφέρει να καταπιέσει τους Έλληνες σε τέτοιο σημείο, ώστε λόγω ελλείψεως ελληνικών σχολείων ν' αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους στα δικά τους σχολεία.
 Κλασική περίπτωση αποτελούν οι κοινότητες της Πλιάσας και Μπίγλιστας, στις οποίες, ενώ υπήρχε πληθυσμός ικανός με ελληνικά φρονήματα, δεν υπήρχαν ελληνικά σχολεία. Με συγκίνηση ο Φώτιος αναφέρει στον Πρόξενο Μοναστηρίου την, ύστερα από σύντονες ενέργειες του, ίδρυση ελληνικού σχολείου στην Πλιάσα, το δεύτερο προπύργιο του ρωμουνισμού μετά την Κορυτσά, καθώς και τις προσπάθειες του για την «ίδρυσιν Παρθεναγωγείου εν Μπιγλίστη εις ο κατ' ελάχιστον όρον θα φοιτώσι 55-60 κοράσια...».

Αυτή του ακριβώς η δραστηριότητα θα επαυξήσει την οργή των Ρωμούνων με αποτέλεσμα την επίθεση που οργάνωσαν εναντίον του στην Πλιάσα, καθώς στις 12 Ιουνίου 1906 μετέβαινε εκεί, για ν' αποσπάσει από τα χέρια τους την ελληνική εκκλησία, που είχαν καταλάβει πραξικοπηματικά. Απτόητος ο Φώτιος θα συνεχίσει τον αγώνα, παρόλον ότι τραυματίσθηκε σοβαρά στο πόδι από το λιθοβολισμό που του έγινε.

Παράλληλα διοργανώνει και το διαφωτιστικό του έργο εναντίον των προπαγανδιστών με ομιλίες και κηρύγματα. Αποκαλυπτικότατο είναι το κείμενο που παρουσιάζουμε εδώ για πρώτη φορά. Πρόκειται για άρθρο της αλβανικής εφημερίδας DRITA που έβγαινε στη Σόφια και υποθαλπόταν από την τότε βουλγαρική κυβέρνηση και το Μακεδονορουμανικό Κομιτάτο με έδρα το Βουκουρέστι.
Στο φύλλο με αριθμό 74 της 1ης Μαρτίου 1906, αφού ο συντάκτης του άρθρου καταφερθεί κατά του Φωτίου με απρεπείς και οξείς χαρακτηρισμούς, επειδή αγωνίζεται «ως ο Καστοριάς και Πελαγωνίας προς διάδοσιν της ελληνικής ιδέας», μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής:
 «Κηρύσσει απαρεγκλίτως εκάστην Κυριακήν και εορτήν, μη εξαιρουμένων ουδ' αυτών των Σαββάτων των μνημόσυνων τον λόγον του Θεού άμα δε και την ελληνικήν ιδέαν ... αδιαφορών αν η ώρα είναι κατάλληλος ή όχι... Διασαλπίζει παν ό,τι δύναται... να συναγάγη εκ του Ευαγγελίου και συγχρόνως... φέρει όλως ακαταλλήλως και αποτόμως τον λόγον επί της ελληνικής ιδέας και του ελληνισμού, άνευ του οποίου, κατ' αυτόν, ουδέ πολιτισμός θα υπήρχε νυν ουδέ Ευρώπη ή Αμερική».



Εντονότατη ήταν η αντίδραση του Φωτίου στα μέτρα που πήρε η ρουμανική προπαγάνδα, υποβοηθούμενη από την αλβανική, που προσπαθούσε να καταγράψει τους Έλληνες ως «αρναούτ» και όχι «ρουμ», για να αλλοιώσει τη σύσταση του πληθυσμού, αποσκοπώντας να δείξει στις ξένες δυνάμεις ότι ο πληθυσμός ήταν αλβανορωμουνικός και ότι οι Έλληνες ήταν μια μειοψηφία.

Γνώριζε ότι είχε ν' αντιπαλέψει με τον πρωτεργάτη της αλβανικής ιδέας και στυλοβάτη του αλβανικού κομιτάτου, τον ίδιο το διοικητή Κορυτσάς, τον αμείλικτο διώκτη των Ελλήνων και όμως δε λύγισε, δεν οπισθοχώρησε ούτε συμβιβάσθηκε, όπως συνήθως γινόταν σε πολλές περιπτώσεις.

Αμέτρητες είναι οι πολυήμερες περιοδείες του ως και τα τελευταία απόμακρα χωριά της επαρχίας του, στα οποία μετά τη λειτουργία προχωρούσε στο κατάλληλο κήρυγμα, για να διαφωτίσει και εμψυχώσει το ποίμνιο του και προπαντός να το χαλυβδώσει στην πίστη του προς τον ελληνισμό, αδιαφορώντας για τις πλεκτάνες και ενέδρες που κάθε τόσο στήνονταν από τα όργανα της αλβανορουμανικής προπαγάνδας. Στις εκκλήσεις του, όμως, προς τις αρμόδιες αρχές για περιστολή της αυθαιρεσίας των Τουρκαλβανών, το υπουργείο Εσωτερικών εκώφευε.

Μέσα σ' ένα τέτοιο κλίμα ο Φώτιος βαλλόμενος από θεούς και δαίμονες όχι μονάχα των εντοπίων εμφανών και αφανών οργάνων της αλβανικής και ρωμουνικής προπαγάνδας αλλά και των ύπουλων οργάνων της αυστριακής και ιταλικής, που η καθεμιά ενεργούσε για δικό της λογαριασμό εποφθαλμιώντας τα ιερά χώματα της Βορείου Ηπείρου, εβάδιζε σταθερά προς το δρόμο του μαρτυρίου, πιστός στα πεπρωμένα της φυλής.

 Από τη στιγμή που στο δημοσιογραφικό όργανο των μισθάρνων οργάνων του Αλβανικού Κομιτάτου DRIΤΑ είχαν δημοσιευθεί οι φράσεις:

«Αν πηγαίνεις μ' αυτήν την γνώμη (της υπερασπίσεως δηλ. του ελληνισμού) ωρέ καπετάν Φώτη, δεν θα σ' εύρη ο χρόνος», από τη στιγμή εκείνη είχε τεθεί η σφραγίδα του θανάτου του, αρκεί να βρισκόταν η ευκαιρία.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να βρεθεί. Οι εχθροί του πληροφορήθηκαν από το συνεργό του μουτεσαρίφη ότι ο Φώτιος, επιμένοντας να περιοδεύει παρά τις απαγορευτικές διαταγές των τουρκικών αρχών, θα πήγαινε στο χωριό Μπραβδίτσα, για να ιερουργήσει την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 1906.
Για να φτάσει έγκαιρα στο χωριό, ξεκίνησε το Σάββατο 9 του μηνός χωρίς στρατιωτική συνοδεία, όπως έπρεπε, γιατί του την αρνήθηκε ο μουτεσαρίφης, με αποτέλεσμα λίγο έξω από το χωριό να προσβληθεί από την αλβανορουμανική συμμορία του Μπαϊράμ Φεχμή και να πέσει νεκρός ύστερα από δολοφονική ενέδρα που του είχε στηθεί.

Ο θάνατος του συγκλόνισε το πανελλήνιο και η συγκίνηση των κατοίκων της Κορυτσάς ήταν απερίγραπτη κατά την ώρα της κηδείας του που έγινε από τους μητροπολίτες Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη και Δυρραχίου Προκόπιο στις 12 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή δεκάδων ιερέων και χιλιάδων Ελλήνων της πόλεως, οι οποίοι με την αθρόα συμμετοχή τους που έλαβε διαστάσεις παλλαϊκού συλλαλητηρίου εκδήλωσαν την έντονη δυσαρέσκεια τους για το ανήκουστο γεγονός και τις εύλογες διαμαρτυρίες τους.

Ο Φώτιος δεν ήταν τυχαία προσωπικότητα. Από μικρό παιδί είχε γαλουχηθεί με τα νάματα της ορθοδοξίας και δεν παρέλειπε ποτέ να εκδηλώνει με ενθουσιασμό την αγάπη του προς τη μητέρα Ελλάδα, την οποία και υπενθύμιζε στο ακροατήριο του σε κάθε του κήρυγμα, εξυμνώντας το μεγαλείο της, αδιάφορο αν τον παρακολουθούσε «κατά πόδας» η τουρκική αστυνομία με τους αλβανορωμούνους συνεργούς της.

Σε γράμμα του προς τον αδελφό του Παναγιώτη, πριν ακόμη ιερωθεί έγραφε: «Απεφάσισα να μείνω άγαμος, δια να δυνηθώ να εκπληρώσω τον σκοπόν μου ευκολώτερον και καλύτερον», πράγμα που έκαμε με αυταπάρνηση, θυσιαζόμενος στο βωμό της Πατρίδας. Ο Γερμανός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ιένας HEINRICH GELZER, περιγράφοντας τη συνάντηση που είχε μαζί του στην Κορυτσά το 1903 αναφέρει ότι ο Φώτιος «είναι ένας νέος πολύ δραστήριος άνθρωπος, που έχει αντιληφθεί πως πρέπει να είναι αγαπητός από το ποίμνιο του, χάρη στον έντονο ζήλο του... Έχει πλουτίσει την Εκκλησία με πολλές αγαθοεργίες και είναι αυτός που εισήγαγε στην Κορυτσά το κυριακάτικο κήρυγμα».

Η ακτινοβολία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, όταν το 1897 πέρασε από τη Βιέννη, μετά την επίσκεψη που είχε κάνει στους γονείς του στη Σεβαστούπολη της Ρωσίας, έγινε δεκτός από τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Ιωσήφ το Β', ο οποίος μάλιστα τόσο εντυπωσιάσθηκε από την παρουσία του, ώστε τηλεγράφησε στο Πατριαρχείο να παραταθεί η άδεια παραμονής κοντά του.

Το θάνατο του θρήνησε και ολόκληρος ο τότε υπόδουλος ελληνισμός και ο τάφος του μεγαλοπρεπής βρισκόταν κοντά στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κορυτσάς τα εγκαίνια του οποίου έγιναν «επί των ημερών του».

Το σκληρό και τυραννικό καθεστώς της Αλβανίας, θεωρώντας τον απαίσιον εχθρό, όχι μονάχα εξαφάνισε τον τάφο αλλά και ισοπέδωσε το ναό, που τον έκανε πλατεία, πιστεύοντας ότι θα εξαλείψει τη μνήμη του και καθετί που σχετίζεται με την Εκκλησία και την Ελλάδα.

 Αλλά «δεινώς προς κέντρα λακτίζει...
Οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου και ειδικότερα της Κορυτσάς δεν παύουν ποτέ να θυμούνται το δεσπότη τους, τον ιεράρχη που μαρτύρησε στα άγια χώματα τους, αναπολώντας τη σεβάσμια μορφή του και το υπέροχο έργο του και μόνη τους προσδοκία είναι η αποκατάσταση τους σ' ένα ελεύθερο καθεστώς, σε μια ελεύθερη Βόρειο Ήπειρο με κατοχυρωμένα τα καταπατημένα ανθρώπινα δικαιώματα, μιαν Ήπειρο για την οποία τόσο αγωνίστηκαν χύνοντας ποταμούς αιμάτων για την απελευθέρωση της, μιαν Ήπειρο της οποίας οι αγώνες επιτέλους καιρός είναι να δικαιωθούν.

http://santeos.blogspot.gr

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Υποβλήθηκε πρόταση στη EURONOSTRA 2018 για τη διάσωση του Μαυσωλείου Ζωγράφου στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών



Με την εκδήλωση που πραγματοποίησε ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914 για την 102η επέτειο της Ανακήρυξης της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου στις 17 Φεβρουαρίου 2016, επισημάναμε εκ νέου την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Μαυσωλείο του Εθνικού Ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου, όπου αναπαύεται και ο υιός του Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος Πρόεδρος της Αυτονόμου Ηπείρου το 1914.

Άμεσο ενδιαφέρον για την αποκατάσταση του Μαυσωλείου, που περιβάλλεται από σκαλωσιές οι οποίες έχουν τοποθετηθεί εδώ και δεκαετίες, έδειξε η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών η οποία προχώρησε σε μία πραγματικά συγκινητική κινητοποίηση, ενημερώνοντας αρμόδιους φορείς και επιστήμονες με σκοπό την διάσωση του Μνημείου. 
Ως γνωστόν ο Χρηστάκης Ζωγράφος ίδρυσε τα Ζωγράφεια Διδασκαλεία στην Κωνσταντινούπολη όπου μεγαλούργησε, στην γενέτειρα του το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, 

Το Δ.Σ. της Οι.Ομ.Κω. κατέθεσε πρόταση στην διεθνή οργάνωση EUROPANOSTRA με αίτημα να χαρακτηριστεί το Μαυσωλείο Ζωγράφου ως ένα από τα "Πλέον επτά εν κινδύνω Μνημεία της Ευρώπης".

Την πρόταση στήριξε ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914 με την παρακάτω επιστολή.
  

ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ 1914
29/2017

Αγαπητοί Κύριοι

 Σας γίνεται γνωστό ότι ο Εθνικός Σύλλογος "Βόρειος Ήπειρος 1914" υποστηρίζει την αίτηση υποψηφιότητας για ένταξη του Μαυσωλείου του Χρηστάκη Ζωγράφου στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών στο πρόγραμμα EUROPANOSTRA 7MOST ENDANGERED.

Το συγκεκριμένο μνημείο έχει υψηλό συμβολικό χαρακτήρα που υπενθυμίζει την αφοσίωση του Χρηστάκη Ζωγράφου στην ανθρωπότητα αφού έχει δωρίσει όλη την περιουσία του για την εκπαίδευση και τις νέες γενιές κατά τη διάρκεια της ζωής του (1820-1898).

Ο Χρηστάκης Ζωγράφος ήταν επίσης Έλληνας από τη Βόρειο Ήπειρο καθώς είμαστε Σύλλογος με μέλη από αυτή την περιοχή.

Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου
Θωμάς Κουμπούλης



Περισσότερα στοιχεία με πλούσιο βιογραφικό του Χρηστάκη Ζωγράφου παρατίθενται στην εφημερίδα της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών (Τεύχος Ιούνιος 2017)



Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Απάντηση στον Παναγιώτη Μπάρκα για τις ανακρίβειες και τις απορίες του στο άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΟ ΟΡΑΜΑ» σχετικά με την εκδήλωση στην Κρανιά

Στις 13 Μαΐου 2017 ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914, πήρε την πρωτοβουλία για την πραγματοποίηση εκδήλωσης για την 103η επέτειο της υπογραφής του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας (17 Μαΐου 1914), η οποία έλαβε χώρα στο Μνημείο του Εξαίρετου Οπλαρχηγού της Ηπείρου Θύμιου Λώλη στο χωριό Κρανιά του Δήμου Φοινικαίων στη Β. Ήπειρο.

Στην εκδήλωση είχε καθοριστική συμβολή η ιστορική Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ) και έδωσαν το παρόν δεκάδες κάτοικοι της περιοχής, κυρίως νέοι, ενώ κεντρικός ομιλητής ήταν η σύγχρονη ηρωική μορφή του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κ. Ευάγγελος Παπαχρήστος.

Η εκδήλωση έγινε από έναν καθόλα νόμιμο και αναγνωρισμένο από την Ελληνική Δικαιοσύνη φορέα, κατόπιν συνεννόησης με τις τοπικές αρχές, την Διαχειριστική Ενότητα Μεσοποτάμου και την Κοινότητα Κρανιάς, γεγονός που επιβεβαιώνει και η παρουσία του Διαχειριστή Μεσοποτάμου κ. Γιάννη Χαρίση.

Ο σκοπός της εκδήλωσης ήταν διττός: Αφενός μεν να τιμηθεί η μνήμη των ηγετών και των Ηρώων του Αυτονομιακού Αγώνα της Βορείου Ηπείρου του 1914, αφετέρου δε να επισημανθεί η διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού βάσει του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας και των διεθνών συνθηκών που υπέγραψε το ίδιο το αλβανικό κράτος.

Τα πεπραγμένα της εκδήλωσης δημοσιεύτηκαν άμεσα συνοδεία φωτογραφικού υλικού, αφού επρόκειτο για μία πράξη δημόσια που ήθελε να περάσει τα ως άνω γραφόμενα μηνύματα.   

Η κίνηση αυτή ήταν λογικό και αναμενόμενο να προκαλέσει τις αντιδράσεις αλβανικών εθνικιστικών κύκλων που δεν επιθυμούν οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου να πράττουν το αυτονόητο, να διεκδικούν και να αγωνίζονται για την αξιοπρεπή διαβίωση τους και τα απαράγραπτα δικαιώματα τους στα πάτρια εδάφη τους.

Αυτό όμως που δεν περιμέναμε ήταν να αντιμετωπιστεί αυτή η πρωτοβουλία με τρόπο υποτιμητικό έως και εχθρικό, από ελληνικής καταγωγής πρόσωπα.  

Με μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση διαβάσαμε στην εφημερίδα «ΤΟ ΟΡΑΜΑ» (φύλλο Απρίλιος – Μάιος 2017), άρθρο του κ. Παναγιώτη Μπάρκα με τίτλο «Νέες απώλειες για την Εθνική Ελληνική Μειονότητα».

Στο συγκεκριμένο άρθρο ο κ. Μπάρκας - αν και γράφει εναντίον του αλβανού «δημοσιογράφου» που στοχοποίησε και συκοφάντησε τους συντελεστές της επετειακής εκδήλωσης με ανυπόστατα και γελοία σενάρια - εντούτοις υποστηρίζει ότι η συγκέντρωση στο Μνημείο του Θύμιου Λώλη έγινε από «μία ομάδα Ελλήνων μειονοτικών, χωρίς επίσημη ταυτότητα» (!), οι οποίοι «ανάρτησαν τις σημαίες της Ελλάδας, της Αλβανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωση και έβγαλαν λόγους». Να σημειωθεί ότι οι τρεις σημαίες ήταν ήδη αναρτημένες στο σημείο.

Όσο για τον χαρακτηρισμό «μειονοτικοί», ο αρθρογράφος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρόταση που γράφει ο ίδιος πιο κάτω περί «απόδοσης από τον αλβανικό εθνικιστικό μηχανισμό της χειραγωγημένης ταυτότητας του υποτελή Έλληνα μειονοτικού». Στην πράξη λοιπόν ο κ. Μπάρκας υιοθετεί τον χαρακτηρισμό που θέλουν να αποδώσουν οι Αλβανοί στους Βορειοηπειρώτες.

Ο ίδιος αρθρογράφος χαρακτήρισε επίσης την εκδήλωση «σχεδόν ανώνυμη και ασήμαντη». Για τον χαρακτηρισμό «σχεδόν ανώνυμη», απαντήσαμε παραπάνω, όσο για το «ασήμαντη», δεν προσβάλλει τους διοργανωτές και τους παρευρισκόμενους αλλά την μνήμη όσων αγωνίστηκαν για μία Ελληνική και Αυτόνομη Βόρειο Ήπειρο.
Αν θέλει να υποβαθμίσει αυτή την πρωτοβουλία για να καθησυχάσει τους Αλβανούς δεν είναι καθόλου τιμητικό για τον ίδιο.

Ο κ. Μπάρκας στη συνέχεια παραθέτει κάποια ρητορικά ερωτήματα:
«Ποιος προμήθευσε τον συγκεκριμένο Αλβανό δημοσιογράφο με φωτογραφικό υλικό και άλλες λεπτομέρειες στην εκδήλωση; Ποιοι είναι “οι χωρίς ταυτότητα” οργανωτές της; Πρόκειται για υπενθύμιση ιστορικού γεγονότος ως αναντίρρητο δικαίωμα ή για “επικαιροποίηση” των στόχων του με τρόπο που θυμίζει προβοκάτσια;»

Στα ρητορικά ερωτήματα του κ. Μπάρκα απαντήσαμε στην εισαγωγή του κειμένου. Όσο για την «προβοκάτσια» που επικαλείται, λίγο απέχει από το να μας αποκαλέσει «κουκουλοφόρους μοναρχοφασίστες που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τις “αδερφικές” σχέσεις μεταξύ του Ελληνικού και του αλβανικού λαού»…

Τέλος αναρωτιέται: «Πως εξηγείται που μία τέτοια εκδήλωση προκαλεί την ανθελληνική θύελλα του αλβανικού εθνικισμού, ενώ οι διοργανωτές της δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο;»
Το ερώτημα αυτό ευελπιστούμε να είναι προϊόν άγνοιας, ειδάλλως υποκρύπτει δόλο.
Διότι ορισμένα δραστήρια μέλη του Εθνικού Συλλόγου «Βόρειος Ήπειρος 1914» (αν θέλει ο κ. Μπάρκας τα ονόματα είναι στη διάθεση του), ταλαιπωρούνται από τις αλβανικές αρχές κάθε φορά που περνάν από τις μεθοριακές διαβάσεις, με ανεξήγητες καθυστερήσεις ακόμα και επί ώρες, ενώ κάποιες φορές έχουν προσαχθεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αργυροκάστρου. Περιττό να αναφέρουμε τις διάφορες απειλές και "συστάσεις" από διάφορους καλοθελητές. Εκτός και αν ο αρθρογράφος θεωρεί σωστό ότι πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά ώστε να μην τολμήσει ξανά κανείς να υπενθυμίζει εντός βορειοηπειρωτικού εδάφους ότι το 1914 οι παππούδες μας έκαναν έναν αγώνα για να ζουν ως Έλληνες στις πατρογονικές τους εστίες.

Οι απαντήσεις αυτές δόθηκαν για την σωστή ενημέρωση του κ. Μπάρκα, με αφορμή τα ερωτήματα που έθεσε, με την ελπίδα να προέρχονται από ελλιπή ενημέρωση, η οποία όμως δεν δικαιολογείται από την στιγμή που δεν κρύψαμε τίποτα και από την πρώτη στιγμή αναλάβαμε την ευθύνη των πράξεων μας.

Ο Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914, αποτελείται στο μεγαλύτερο ποσοστό από Έλληνες της Βορείου Ηπείρου που θέλουμε να προβάλλουμε και να διεκδικήσουμε το εθνικό ζήτημα της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Στο πλαίσιο του αγώνα μας φέραμε κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας, το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα σε δύο διασκέψεις του ΟΑΣΕ στη Βαρσοβία καθώς και σε ειδική εκδήλωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, ενέργειες που για βρούμε ανάλογο προηγούμενο πρέπει να πάμε δεκαετίες πίσω.

Επίσης διεξάγουμε τον αγώνα και εντός της Βορείου Ηπείρου, μεταξύ άλλων και με την καθιέρωση της εκδήλωσης για την επέτειο του Αυτονομιακού Αγώνα και της υπογραφής του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας, έχοντας πάντα την συμπαράσταση του σύγχρονου Ήρωα Ευάγγελου Παπαχρήστου. Μία εκδήλωση την οποία θα έπρεπε να είχαν καθιερώσει εδώ και χρόνια οι λεγόμενοι «αντιπροσωπευτικοί φορείς της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας».   

Αυτό που γίνεται αντιληπτό όμως είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των «πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων και προσωπικοτήτων», εντός της Β. Ηπείρου συναγωνίζονται για το ποιος θα επιδείξει μεγαλύτερη εθελοδουλία, ραγιαδισμό και καρπαζοεισπρακτορισμό απέναντι τους αλβανούς.   

Όσοι πιστεύουν ότι είναι «προβοκατόρικο» το να τιμούμε την επέτειο του Αυτονομιακού Αγώνα του 1914, ένα γεγονός – ορόσημο για την ιστορική μας πορεία, τότε με την ίδια λογική δεν πρέπει και δεν είμαστε άξιοι να τιμούμε και τις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου 1821 και της 28ης Οκτωβρίου 1940.



Εθνικός Σύλλογος Βόρειος Ήπειρος 1914

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

24 Ιουνίου 1920: Μνήμη Γεωργίου Χρηστάκη Ζωγράφου, Προέδρου της Αυτονόμου Β. Ηπείρου

Ο Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος (8 Μαρτίου 1863 - 24 Ιουνίου 1920) ήταν Έλληνας πολιτικός, που ανέλαβε Πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου (1914) καθώς και δύο φορές Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας.

Καταγόταν από το Κεστοράτιο, χωριό βόρεια του Αργυροκάστρου και ήταν ο γιος του Εθνικού Ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι και το Μόναχο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε εντατικά με την βελτίωση των καλλιεργειών στα μεγάλα πατρικά κτήματα που διέθετε στην περιοχή της Θεσσαλίας. Ταυτόχρονα, υποστήριζε την εκούσια απαλλοτρίωση των μεγάλων περιουσιών και ο ίδιος μάλιστα πούλησε σε ακτήμονες, σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, μέρος των κτημάτων του. Το 1905 εισήλθε στον πολιτικό στίβο, εξελέγη βουλευτής Καρδίτσας, ως δηλιγιαννικός, ενώ το 1906 επανεξελέγη, ως ραλλικός. Το 1909 υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη (7 Ιουλίου - 15 Αυγούστου).

Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) ορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο γενικός κυβερνήτης της απελευθερωμένης από τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου. Υπηρέτησε ως Κυβερνήτης το διάστημα 29 Μαρτίου - 31 Δεκεμβρίου 1913.
Όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις επιδίκασαν τη Βόρεια Ήπειρο στο νεοσυσταθέν κράτος της Αλβανίας, οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου σχημάτισαν υπό την Προεδρία του προσωρινή Κυβέρνηση στις 15 Φεβρουαρίου 1914, ανακηρύσσοντας την αυτονομία της περιοχής. 
Στις 17 Φεβρουαρίου 1914 ανακηρύχτηκε επισήμως η αυτονομία και σε συγκινητική τελετή στο Αργυρόκαστρο πραγματοποιήθηκε η υποστολή της ελληνικής σημαίας και η έπαρση της σημαίας της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου.
Μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες του Βορειοηπειρώτικου Στρατού των Αυτονομιστών κατά των Αλβανών, την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας και την επανείσοδο του ελληνικού στρατού στην περιοχή (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος αποσύρθηκε από τη Βόρεια Ήπειρο, παραδίδοντας τη διοίκηση της περιοχής στις ελληνικές αρχές. 
Ακολούθως, επανεκλέχθηκε βουλευτής και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Παραιτήθηκε από το αξίωμα αυτό και λίγο αργότερα (Δεκέμβριος 1914) εκλέχθηκε συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, θέση που διατήρησε ώς το Σεπτέμβριο του 1917, με ολιγόμηνη διακοπή. Κατά το διάστημα της διακοπής αυτής (25 Φεβρουαρίου-10 Αυγούστου 1915) διατέλεσε και πάλι Υπουργός Εξωτερικών σε κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη. Αγωνίστηκε σε αυτό το διάστημα για την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, καθώς θεώρησε ότι αυτή η κίνηση θα ωφελούσε σημαντικά τα εθνικά συμφέροντα. Όμως δεν εισακούστηκε και αποχώρησε από την κυβέρνηση.

Υστεροφημία
Κατά την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία (1945-1989), ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος όπως και ο πατέρας του, θεωρήθηκαν από το επίσημο κράτος ως εχθροί. Αυτό είχε ως συνέπεια όσοι έφεραν το επώνυμο «Ζωγράφος» (είτε συγγενείς είτε όχι) να εκδιωχθούν από το Κεστοράτιο.
Μετά το 1989 όμως το γεγονός αυτό αποτέλεσε παρελθόν και σήμερα το «Ζωγράφειο Διδασκαλείο» Κεστορατίου, που είχε ιδρύσει ο Χρηστάκης-Ζωγράφος και είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και δεκαετίες, ανακαινίσθηκε και μετατράπηκε σε μουσείο.

με πληροφορίες από Βικιπαίδεια

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

24 Ιουνίου 1914: Ο Στρατός της Αυτονόμου Ηπείρου απελευθερώνει την Κορυτσά

Αρχηγός Κορυτσάς
Γεώργιος Τσόντος - Βάρδας

Τα Αυτονομιακά τμήματα αφού πλησίασαν κατά τη νύκτα προς τις 23 Ιουνίου 1914 τις εχθρικές θέσεις, τη χαραυγή μετά από ορμητική έφοδο ανέτρεψαν τους Αλβανούς από τις οργανωμένες θέσεις τους στα Υψώματα Καζάνι. 

Στη συνέχεια μετά την κατάληψη των αντικειμενικών σκοπών και τη σύντομη ανασυγκρότηση των τμημάτων, οι φάλαγγες συνέχισαν τις επιθετικές τους ενέργειες σύμφωνα με την προσωπική εκτίμηση της καταστάσεως από τους διοικητές τους και μέσα στο ευρύ περιθώριο πρωτοβουλίας που τους έδινε η διαταγή επιθέσεως του Αρχηγού Γεώργιου Τσόντου - Βάρδα.

Ενώ τα σώματα του Παύλου Γύπαρη και Παναγιώτη Γερογιάννη με διαταγή του Τσόντου - Βάρδα κατευθύνθηκαν προς τα χωριά της Κολώνιας Στίκα και Μπούτκα για να συναντήσουν τα τμήματα της Κολώνιας του Λοχαγού Νικόλαου Τσίπουρα, οι φάλαγγες του Γεώργιου Κονδύλη και Επαμεινώνδα Γραβάνη στράφηκαν προς τα βόρεια υψώματα του χωριού Νικολίτσα που κατέχονταν από εχθρικές δυνάμεις.

Το Σώμα του Οπλαρχηγού Μιχάλη Τσόντου κατέλαβε μέχρι τις 09:20 το χωριό Νικολίτσα, ενώ ο Ανθυπασπιστής Ηλίας Λουτσάρης (της φάλαγγας Ε. Γραβάνη) κατόρθωσε να καταλάβει το χωριό Αρέζα και να λάβει την επαφή με τον εχθρό που κατείχε τα βόρεια του χωριού υψώματα.

Η επίθεση στο δεξιό άκρο, στην κατεύθυνση Μπιγλίστα – Πρόγκρι – Σβέζντα κατά μήκος της κοιλάδας του Δεβόλη ποταμού εξελισσόταν επίσης ικανοποιητικά. Μέχρι τις 06:00 τα τμήματα του Λοχαγού Γεώργιου Μαυραντζά, που είχαν ενισχυθεί από τα Σώματα των Οπλαρχηγών Ιωάννη Καραβίτη, Κωνσταντίνου Παπαδοκώστα, και του Ανθυπασπιστή Λεωνίδα Παπαγεωργίου, κατόρθωσαν να καταλάβουν τα χωριά Μουτσουρίστα και Γκολομπέρντα (διάβαση Τσαγκόνι) και βρίσκονταν μπροστά στη Σβέζντα (αρχαίος Σελασφόρος), όπου συνάντησαν ισχυρή αντίσταση. Μετά από σκληρό αγώνα οι δυνάμεις του Λοχαγού Γ. Μαυραντζά ανέτρεψαν τους Αλβανούς και συνέχισαν την προέλαση τους προς τη λίμνη Μαλίκ. Οι απώλειες των Αυτονομιακών ήταν 3 νεκροί, ο οπλαρχηγός Σεϊμάνης με 2 άνδρες και 15 τραυματίες.

Ο Λοχαγός Γ. Κονδύλης ανέφερε στον Αρχηγό Γ. Τσόντο – Βάρδα για την εξέλιξη της επιθέσεως στην περιοχή Καζάνι – Νικολίτσα και ζήτησε την υποστήριξη του ουλαμού πυροβολικού, για να εισδύσει στην περιοχή της Κολώνιας. Τελικά μετά από διαταγή οι φάλαγγες του Γ. Κονδύλη και Ε. Γραββάνη στράφηκαν προς τα κατεχόμενα από τους Αλβανούς βόρεια υψώματα της Άρζας. Ο εχθρός, μετά από εύστοχη βολή του ουλαμού πυροβολικού, τράπηκε σε άτακτη φυγή προς τα υψώματα του όρους Μοράβα. 

Ο Αρχηγός των Αυτονομιακών Δυνάμεων Κορυτσάς Γ. Τσόντος – Βάρδας εισήλθε στο χωριό Ντάρδα, όπου διέταξε τη συγκέντρωση και διανυκτέρευση των Σωμάτων των φαλάγγων Γεώργιου Κονδύλη, Επαμεινώνδα Γραββάνη και Βασίλειου Παπακώστα (εφεδρεία).

Τις πρωινές ώρες της επομένης προωθημένα τμήματα αναγνωρίσεως των Αυτονομιακών Δυνάμεων που κινήθηκαν προς τα δυτικά, πέρα από την κορυφογραμμή του Μοράβα, ανέφεραν ότι δεν συνάντησαν εχθρική αντίσταση. καθώς και ότι τα περισσότερα χωριά του κάμπου της Κορυτσάς είχαν πυρποληθεί. Σύμφωνα δε με πληροφορίες ιδιώτου Οθωμανού η φρουρά της Κορυτσάς αποτελούνταν από 85 άνδρες. 


Ο Αρχηγός Τσόντος – Βάρδας ανέφερε με τηλεγράφημα του προς την Αυτονομιακή Κυβέρνηση, στις 24 Ιουνίου, την προώθηση των Αυτονομιακών Δυνάμεων και την πρόθεση του να συνεχίσει τις επιχειρήσεις. 

Τα τμήματα του Υπολοχαγού Παναγιώτη Γεωργακόπουλου, στις 23 Ιουνίου, κατέλαβαν το χωριό Μπόζιγκραντ και το χωριό Σενίτσα. Τα αλβανικά τμήματα στα δυτικά του Δεβόλη ποταμού, μεταξύ των χωριών Μπόζιγκραντ και Χοτσίστας, καταδιωκόμενα από τους Αυτονομιακούς διασκορπίσθηκαν προς τις διαβάσεις του Μοράβα και τα τμήματα του Υπολοχαγού Π. Γεωργακόπουλου ενώθηκαν με τις δυνάμεις του Λοχαγού Γ. Μαυραντζά στην περιοχής της Σβέζντας.

Σύμφωνα με το σχέδιο επιχειρήσεως των Αυτονομιακών, προβλεπόταν σε συνδυασμό με την επίθεση ανατολικά των δυνάμεων της δυτικής Μακεδονίας του Τσόντου – Βάρδα και παράλληλη ενέργεια από τα νότια των τμημάτων της Κολώνιας του Λοχαγού Ν. Τσιπούρα. 

Από τις πρωινές ώρες της 23ης Ιουνίου, οι κύριες δυνάμεις της περιοχής Κολώνιας, υπό τις διαταγές του Αρχηγού Νικολάου Τσιπούρα, επιτέθηκαν στην κατεύθυνση Ερσέκα – Κιάφε Κιάριτ – Κορυτσά, ενώ το Σώμα του Έφεδρου Υπολοχαγού Ευγένιου Στράτου κινήθηκε στην κατεύθυνση Λουμπένια – Βυθκούκι – Ερσέκα για την κάλυψη από δυτικά της ίδιας προσπάθειας. 

Μετά από ασήμαντες συγκρούσεις τα τμήματα κατέλαβαν, μέχρι τη νύχτα προς 24 Ιουνίου, τη γραμμή χωριό Βυθκούκι – διάβαση Κιάφε Κιάριτ, όπου και εγκατέστησαν προφυλακές. 

Τις βραδινές ώρες έφτασαν στη διάβαση Κιάφε Κιάριτ, κοντά στο χωριό Φλόκι, όπου και διανυκτέρευσαν τα Σώματα Γύπαρη και Γερογιάννη. Την επομένη το πρωί, 24 Ιουνίου 1914, τα Αυτονομιακά τμήματα συνέχισαν την προέλαση τους χωρίς να συναντήσουν εχθρική αντίσταση. Αντιπροσωπεία κατοίκων της Κορυτσάς, που συνάντησαν κατά την κίνηση τους σε απόσταση 8 χιλιομέτρων από την πόλη, ανέφερε στους Αρχηγούς των Αυτονομιακών, ότι τη νύχτα οι Αλβανοί είχαν εγκαταλείψει την πόλη.




Οπλαρχηγός
Παύλος Γύπαρης
Το προπορευόμενο Σώμα του Παύλου Γύπαρη εισήλθε στην Κορυτσά στις 08:00, ακολουθούμενο από το Σώμα του Παν. Γερογιάννη και τα τμήματα της Κολώνιας του Νικ. Τσιπούρα, μέσα σε έξαλλο ενθουσιασμό των Ελλήνων κατοίκων που γιόρταζαν για δεύτερη φορά την Απελευθέρωση τους. 

Οι Αρχηγοί έλαβαν αυστηρά μέτρα τάξης, τα οποία εφαρμόσθηκαν με απόλυτη ακρίβεια και οι Αυτονομιακές Δυνάμεις κατέλαβαν κατάλληλες θέσεις στην έξοδο της πόλης και στα γύρω υψώματα, γιατί υπήρχαν πληροφορίες ότι δυνάμεις προσκείμενες στον Εσσάτ Πασά πλησίαζαν την πόλη από τα βόρεια.

Ο Ταγματάρχης Γεώργιος Τσόντος – Βάρδας, που ειδοποιήθηκε για την απελευθέρωση της Κορυτσάς, αναχώρησε από τη Ντάρδα και έφτασε στην πόλη τις βραδινές ώρες της ίδιας μέρας, απ’ όπου απέστειλε σχετικό τηλεγράφημα στην Προσωρινή Κυβέρνηση του Γεώργιου Χρ. Ζωγράφου. 

Το τηλεγράφημα για την Απελευθέρωση της Κορυτσάς έφτασε στο Δέλβινο ενώ συνεδρίαζε η Συντακτική Συνέλευση για να λάβει απόφαση σχετικά με την επικύρωση του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας. Η Συνέλευση «τιμής ένεκεν» διέκοψε τις εργασίες της και η Προσωρινή Κυβέρνηση, αφού συνεχάρη τον Γεώργιο Τσόντο – Βάρδα για την επιτυχία, εξέδωσε γενική εγκύκλιο διαταγή προς τον Στρατό της Αυτόνομης Ηπείρου με την οποία συνέχαιρε τους αγωνιστές και τους παρότρυνε να συνεχίσουν τον αγώνα τους με το ίδιο θάρρος, μέχρι να δικαιωθούν οι θυσίες τους.



από toorama.blogspot.com

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

19 Ιουνίου 1865: Ο θάνατος του μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη της Ελλάδας Ευαγγέλη Ζάππα

Ο Ευάγγελος (ή Ευαγγέλης) Ζάππας γεννήθηκε στο χωριό Λάμποβο (του Ζάππα) στη Βόρειο Ήπειρο το 1800. Ήταν ο νεότερος γιος του Βασίλη Ζάππα, έμπορος από τους σημαντικούς της περιοχής και της Σωτηρίας, το γένος Μέξη. 
Το χωριό ανήκε στην επαρχία Τεπελενίου, πατρίδα του Αλή Πασά. 

Ο Ευαγγέλης, σε ηλικία 13 ετών, στρατολογήθηκε απ’ τον Αλή Πασά και στάλθηκε φρουρός σε ένα φρούριο κοντά στα Γιάννενα. Με τη συμμαχία των Σουλιωτών με τον Αλή, ο Ζάππας βρέθηκε στο στρατόπεδο του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα των Ελλήνων το 1821 και τέθηκε υπό τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη. Έγινε, μάλιστα, υπασπιστής και τον ακολούθησε. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, ο πολέμησε με τον Κωνσταντίνο Μπότσαρη, αδερφό του ήρωα, και στη συνέχεια με τον στρατηγό Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γκούρα, και συναγωνιστές τον Μακρυγιάννη, τον Νοταρά και τον Πανουργιά. Το 1824, έγινε ταξίαρχος και διοίκησε τα Βλαχοχώρια των Σαλώνων. Σύμφωνα με άλλες πηγές, πολέμησε με τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. 

Στο τέλος της Επανάστασης αρνείται την χρηματική αποζημίωση για τους αγωνιστές και μεταναστεύει στο Βουκουρέστι το 1831. 
Η περιοχή αυτή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε την περίοδο εκείνη μεγάλη ελληνική παράδοση, από την εποχή που η Υψηλή Πύλη διόριζε Φαναριώτες στις διοικητικές θέσεις. Ο Ζάππας εγκαταστάθηκε στη Βλαχία, όπου η κοινωνικοοικονομική δομή της περιοχής χαρακτηριζόταν από την ισχνότητα αστικών κέντρων και τα μεγάλα κτήματα και εντάχθηκε στην τοπική κοινωνία χρησιμοποιώντας ένα εκλεπτυσμένο σύστημα δημοσίων σχέσεων. Φρόντισε να εξοικειωθεί με τους άρχοντες και τους ηγούμενους των ελληνικών μοναστηριών οι οποίοι διαχειρίζονταν τα μοναστηριακά κτήματα, ακολουθώντας την τακτική και άλλων Ελλήνων, σύμφωνα με την οποία νοίκιασε και εκμεταλλεύτηκε μοναστηριακά κτήματα στην περιοχή της Γιαλόμιτζας, κοντά στο Βουκουρέστι. Σε τρεις περίπου δεκαετίες απέκτησε τεράστια περιουσία και αντίστοιχα εισοδήματα. Με τη μακροχρόνια απουσία του απ' την Ελλάδα και το ρίζωμα του στη βλαχική κοινωνία ο Ευαγέλλης απέκτησε τη θέληση να ευεργετήσει και την Ελλάδα και τη Βλαχία.

Ο κύριος αποδέκτης των ευεργεσιών του ήταν φυσικά η Ελλάδα, με την πιο εντυπωσιακή εκδήλωση της προσφοράς του να είναι το εγχείρημα αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. 
Το 1856 έγραψε στο βασιλιά Όθωνα προσφέροντας 400 μερίσματα της Εθνικής Ατμοπλοΐας ώστε τα κέρδη να χρησιμοποιηθούν για την ίδρυση των Ολυμπιακών Αγώνων και για τα βραβεία των νικητών.
Ο Ευάγγελος Ζάππας, μαζί με τον εξάδελφό του Κωνσταντίνο Ζάππα τιμούνται ως εθνικοί ευεργέτες από το 1859, όταν ιδρύθηκαν τα "Νέα Ολύμπια", έκθεση γεωργική, τεχνική και βιομηχανική που ορίστηκε να πραγματοποιούνται ανά τετραετία, ενώ την ίδια χρονιά κατάφερε να αναβιώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε μια πλατεία της Αθήνας.


Στη διαθήκη του άφηνε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, με το οποίο χρηματοδότησε τους αγώνες του 1870 και 1875 που πραγματοποιήθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο που επίσης αναστύλωσε. Οι Ζάππειοι αγώνες του 1859, 1870 και 1875 ήταν επίσης διεθνείς αφού συμμετείχαν αθλητές από την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία. 



Ο Ευαγγέλης Ζάππας αναβιώνοντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες για πρώτη φορά από την Αρχαιότητα, έθεσε τη βάση για τους μεγάλους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, από τον Βαρώνο Πιέρ ντε Κουμπερτέν και τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή που ιδρύθηκε το 1894. Χρηματοδότησε επίσης τη δημιουργία του Μεγάρου που φέρει το όνομα του, το Ζάππειο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τους αγώνες ξιφασκίας στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 και ως κέντρο τύπου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, ενώ παραμένει έως σήμερα κεντρικός εκθεσιακός χώρος. 
Το 1863 προσβλήθηκε από ψυχική νόσο. 

Ο Ευαγγέλης Ζάππας πέθανε στις 19 Ιουνίου του 1865 στο Μπροστένι, και ο ξάδερφος του Κωνσταντίνος (ο οποίος διαχειρίστηκε μετά θάνατον την περιουσία του σύμφωνα με τη διαθήκη του) στις 20 Ιανουαρίου του 1892 στο Μάντον της Γαλλίας. Ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους το διέθεσαν για κοινωφελείς και εθνικούς σκοπούς στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, όπου ίδρυσαν εκπαιδευτήρια στο Λάμποβο, την Πρεμετή, τη Νίβανη, το Δέλβινο και τη Δρόβιανη, ενώ μέχρι και σήμερα λειτουργεί το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Κωνσταντινούπολη. 



Η διαθήκη του Ευαγγέλη Ζάππα

Ο Ευαγγέλης Ζάππας υπήρξε οραματιστής, αλλά με τη διαθήκη του ανέδειξε την πραγματιστική πλευρά της σκέψης του. Συντάσσοντάς την τον Νοέμβριο του 1860, έναν μόλις χρόνο μετά τα Α΄ Ολύμπια, έδειξε ότι όχι μόνο είχε κατανοήσει την αναγκαιότητα των εμποροβιομηχανικών εκθέσεων, αλλά διατύπωσε και εμπεριστατωμένη άποψη για την προστασία και την αναβάθμισή τους. 


Ακληρος και μοναχικός, ιδιότροπος αλλά νουνεχής, ο Ζάππας είχε πλήρη συναίσθηση του μεγέθους της πράξης του. Διορατικός και έμπειρος, οικονομικά ανεξάρτητος, οξύνους και φιλόπατρης, γνώριζε εκ των προτέρων, περισσότερο από όσους ενεπλάκησαν με τη χορηγία του, την εμβέλεια του θεσμού που καθιέρωνε. 

Γι' αυτό στη διαθήκη του φρόντισε να τονίσει ότι όχι μόνο οι συγγενείς του, αλλά και «πας Έλλην, χωρίς εξαίρεσιν, έχει το δικαίωμα να επαγρυπνήση εις την εκτέλεσιν των διατάξεων της παρούσης διαθήκης μου και τους εναντίους αυτής να τους υποχρεώση διά του νόμου προς αποζημίωσιν και αποκατάστασιν των ειρημένων διατάξεων». 


Η βούληση του Ζάππα αποτυπώθηκε με σαφήνεια ιδιαίτερα στην εντολή που άφηνε στον εξάδελφό του Κωνσταντίνο: «Να κτίση το κατάστημα των Ολυμπίων μετά του σταδίου αυτού αξιοπρεπές και ευρύχωρον, κατά το σχέδιον όπου έχω στείλει του κ. Ραγκαβή». Σύμφωνα επίσης με τη διαθήκη, το λείψανο της κεφαλής του εθνικού ευεργέτη, «εγκλεισμένον εντός αργυράς θήκης εν σχήματι ναΐσκου», εντοιχίστηκε στον αριστερό τοίχo του κυκλικού σχήματος Περιστυλίου του Μεγάρου την ημέρα των εγκαινίων του (1888). Μια αναμνηστική πλάκα απομένει για να θυμίζει τον χώρο όπου βρίσκεται έως σήμερα η κεφαλή του Ευαγγέλη Ζάππα. 



από  toorama.blogspot.com


Το αρχοντικό του Ευαγγέλη Ζάππα όπως σώζεται σήμερα 
στο Λάμποβο του Ζάππα Αργυροκάστρου

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

16 Ιουνίου 1961: Ο Εξαίρετος Οπλαρχηγός της Ηπείρου Θύμιος Λιώλης περνά στην αθανασία - Βίντεο και φωτογραφίες από την εκδήλωση στο Μνημείο του στην Κρανιά


Ο αϊτός του βουνού και του κάμπου, χαρισματικός ηγέτης και εξαίρετος οπλαρχηγός της Ηπείρου Ευθύμιος Γεωργίου Λιώλης γεννήθηκε στην Κρανιά της Β. Ηπείρου το 1880  και εκοιμήθη στην Αθήνα στις 16.6.1961.  Για τους διακεκριμένους άνδρες κάθε γη είναι τάφος («Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος» Αρχαίο ελληνικό ρητό).

 

Του Κωνσταντίνου Γίγα

Έφεδρου Λοχαγού Πυροβολικού — Δημοσιογράφου-Αλβανολόγου, τ. Προέδρου του ιστορικού «Συλλόγου Βορειοηπειρωτών»


Δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε και τέλος στη βιογραφία – ιστορία του οπλαρχηγού του Μακεδονο-Ηπειρωτικού Αγώνος Θύμιου Λιώλη.Οπως  δεν υπάρχει αρχή και τέλος στους αγώνες για την λευτεριά της Ελληνικότατης Μακεδονίας και Ηπείρου. 
Λεβέντης καπετάνιος του Βούρκου και των Ριζών, τον έτρεμαν οι Αλβανοί αγάδες, οι αλλοεθνείς πλιατσικολόγοι, οι Τούρκοι, οι Ιταλοί και οι Γερμανοί,  οι Αλβανοί και οι Ελληνες κομμουνιστές. 

Οι Λιώληδες ήταν ένας δικέφαλος αετός που δεν νοιάστηκαν μόνο για την φωλιά τους, αλλά πέταξαν ψηλά και μακριά σε όλον τον γαλανόλευκο αέρα, σε ολόκληρα τα άγια πάτρια εδάφη από την Κρανιά Αγ. Σαράντα και Δελβίνου μέχρι τη Μακεδονία και ολόκληρη την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που έχω στα χέρια μου του αείμνηστου Σπύρου ΛΑΜΠΡΙΔΗ – Ηπειρώτη  δημοσιογράφου για τους ηρωικούς Βαλκανικούς Πολέμους στις περιοχές από την Αρτα – τα Τζουμέρκα, ως το Ζαγόρι- Καραμπεριά και πέραν το παλιό Πωγώνι, την Ντουβάδρα, στη μάχη της Κορώνης, ο Σωτήρης και ο Θύμιος Λιώλης και ο Αργυροκοστρίτης Γιάννης Πουτέτσης, μαζί με τους Κολοβαίους προστατεύουν τους φτωχούς. Το 1914 ο συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης συνέστησε το Σύνταγμα του Δελβίνου με διοικητή τον Βλάσση Καραχρήστο. 
Ο Θύμιος Λιώλης με τα διαλεκτά παλικάρια του εντάχτηκε σ’ αυτό και ανέλαβε τη διοίκηση του λόχου όπου πολεμούσαν τρία μερόνυχτα τους Λιάπηδες του άγριου Κουρβελεσίου. Εκεί ο ανθυποπλοίαρχος Στέφανος ΖΟΥΠΑΣ από τη Χιμάρα πληγώθηκε βαριά με σπασμένο πόδι στα τελευταία σπίτια της Κορώνης. Βγάζει το πιστόλι του για να σκοτωθεί και να μην πέσει ζωντανός στα χέρια του Μερσίν Γκιότση.  
Πρόβαλε τότε ο ηρωικός ήρωας, ο Καπετάν Θύμιος Αιώλης, άψογος, άτρομος, κυπαρισσένιος. «Εγώ, λέει, θα πάω μόνος μου να φέρω εδώ τον λαβωμένο Ζούπα. Βαλλόμενος από παντού στην ανηφοριά της Κορώνης, βρήκε τον Ζούπα να βογγά από τους πόνους με το πιστόλι στο χέρι. Τον φορτώθηκε στις πλάτες του σαν να πήγαινε σε γάμο ή σε πανηγύρι, ενώ εκατοντάδες σφαίρες βουίζανε σαν μελίσσια γύρω του. Απτόητος, κατόρθωσε να φτάσει φορτωμένος εκεί όπου τους περίμενε χλιμιντρώντας το σπαθάτο ψαρί άλογό του που είχε αφήσει δεμένο σε ένα δέντρο όταν ανέβηκε στην Κορώνη. Καβάλησε ο Καπετάν Θύμιος το άλογό του, πήρε στη σέλα μπροστά τον Ζούπα και έφτασε στους δικούς του, χωρίς να τον βρει ούτε μία σφαίρα.  Και μιαν άλλη ιστορία απ’ τις ατελείωτες του Καπετάνιου: Στην  γνωστή μάχη της Τσούκας όπου σκοτώθηκε ο Γιάννης Πουτέτσης, αν και οι σφαίρες έπεφταν σαν χαλάζι, ο Θύμιος χίμηξε σαν αετός και πήρε τα επίσημα έγγραφα από τις τσέπες του νεκρού πια Πουτέτση και την επαύριον έστειλε αυστηρή προειδοποίηση προς τον διοικητή των Τουρκαλβανών να επιστρέψει τα κομμένα κεφάλια που τα είχαν κρεμάσει στην πλατεία του Δελβίνου γιατί αλλιώς θα έκοβε του ιδίου. Την άλλη μέρα τα κομμένα κεφάλια των παλικαριών θα ενταφιάζονταν δίπλα στο νεκρό τους σώμα.
 Υπό την δυναμική επέμβαση του καπετάνιου Θύμιου, στις 20 Ιουνίου 1943, τα σχέδια του αλβανικού και ελληνικού Κ.Κ. γκρεμίζονται στο κενό. Ερεθισμένοι οι Τουρκαλβανοί σχεδίασαν τη δολοφονία του καπετάνιου αλλά το σχέδιο αυτό  δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί φοβούνταν τον πατέρα του Γιώργο Λιώλη και ιδιαίτερα το μεγάλο αδελφό του Βασίλη (Τσίλη) που ήταν ατρόμητο παλικάρι. Παρ’ ότι αργότερα θα αναγκαζόταν να περπατήσει με ξύλινα πόδια, θα παρέμενε μεγάλος συμπαραστάτης τού κατά μικρότερου αδελφού του Θύμιου. Τα πόδια του Τσίλη ήταν κομμένα και τα δύο από τις αθλιότητες και τα βασανιστήρια των φυλακών της Ιταλίας. Ο Τσίλης και ο Θύμιος Λιώλης άρχισαν τους αγώνες από το 1900-1903 ενάντια σε αρκετές δυνάμεις Τουρκαλβανών, υπό την αρχηγία των Νιμέτ Αμπάζι και Σαλί Μπούτκα, Σαλί Βρανίστι, Αλί Μπινιέρι, από το Ζουλιάτι και  πολλών άλλων  και βγαίνουν νικητές. Πρώτος ο Καπετάνιος στο πλευρό του θρύλου της Μακεδονίας, Μακεδονομάχου Παύλου Μελά, όπου τον κάλεσε κοντά του να αγωνιστούν εναντίον των Βουλγάρων Κομιταζήδων και Τούρκων το 1904-1909, αν και η Ηπειρος είχε τις δικές της περιπέτειες. Το προσωπικό της ενδιαφέρον έδειξε και τον θαύμασε η βασίλισσα Ολγα όταν τραυματίστηκε στους Μακεδονικούς Αγώνες και τον επισκέφτηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου τον είχαν μεταφέρει τα παλικάρια του Μελά.
 Πρώτος ο Θύμιος μεταξύ των πρώτων το 1912 – 1913 να διώξουν τους Τούρκους από τα πάτρια εδάφη. 
Πρώτος ο Θύμιος στον Αυτονομιακό Αγώνα του 1914 υπό τον Γιώργο Χρ. Ζωγράφο από το Κεστοράτι με τους θριάμβους στο πλευρό του υπουργού Αμύνης της Αυτονόμου Ηπείρου, στρατηγού Δημητρίου Δούλη και σηκώνει την γαλανόλευκη. Πρώτος ο Θύμιος στην Αργεντινή, όταν η πατρίδα τού ανέθεσε εθνική αποστολή, που εξετέλεσε στο ακέραιο, παρά τους κινδύνους σε άγνωστη χώρα. 
Πρώτος ο Θύμιος στον εκκλησιαστικό και σχολικό αγώνα της Βορείου Ηπείρου (1934-1935), που δικαιώθηκε εν μέρει. 
Πρώτος ο Θύμιος πολεμάει με τον Τουρκαλβανό Σαλί Βρανίστι στην Παπαράχη της Κρανιάς, όπου και του βούλωσε την κάννη το 1936. Ατρόμητος ο Θύμιος θα έμπαινε στο παλάτι του βασιλιά Αχμέτ Ζώγου με το πιστόλι κρυμμένο στα πλούσια και μακριά μαλλιά του. 
Πρώτος ο Θύμιος Λιώλης τον Οκτώβριο του 1940, αν και σε μεγάλη ηλικία (60 ετών), πολεμώντας κατά των Ιταλών και Αλβανών συνεργατών τους. Πρώτος ο Θύμιος με την προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την αποβίβαση του Βασιλικού Ναυτικού στους Αγίους Σαράντα στις 6 Δεκεμβρίου 1940 και οδήγησε τους φαντάρους μας στο Κουρβελέσι, στην Λιαμπουριά. 
Για την παλικαριά του αυτή τού απονέμεται ο τίτλος του Εξαίρετου Οπλαρχηγού της Ηπείρου. Πρώτος ο Θύμιος σχημάτισε την Βορειοηπειρωτική Απελευθερωτική Οργάνωση. Πρώτος ο Θύμιος με τον Τσάβο Κόκκαλη μπήκαν στους Αγ. Σαράντα και στο Δέλβινο τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν η ιταλική στρατιά αφέθηκε στην τύχη της υπό τον στρατάρχη Μπαντόλιο, υψώνοντας την ελληνική σημαία. 
Πρώτος ο Θύμιος με τον Τσάβο Κόκκαλη και τον Παπανδρέα μπήκαν στους Αγ. Σαράντα τον Οκτώβριο του 1944 εκδιώκοντας τους Γερμανομπαλίστες, υψώνοντας και πάλι τη γαλανόλευκη και εγώ, μικρό ανταρτάκι τους και θαυμαστής τους, κρατούσα τη μουσκέτα με καμάρι. Ναι, είμαι γόνος του μεγάλου Θύμιου Λιώλη και είμαι περήφανος γι’ αυτό, αφού χάρη σ’ αυτόν νιώθω σήμερα ότι σχετικά έκανα το καθήκον που μου δίδαξε «Ελλάς – Ελλάς, να μην τη ξεχνάς».
Ο θρυλικός καπετάνιος του Βούρκου κηρύχθηκε άσπονδος εχθρός του χοτζικού καθεστώτος και το όνομά του καταπολεμήθηκε επί 50 συνεχή χρόνια. Ο Καπετάν Θύμιος Λιώλης είναι λαμπρό παράδειγμα για τις επερχόμενες γενεές, για μελλοντικούς αγώνες μέχρις ότου ο διακαής πόθος των Ελλήνων, για λεύτερη Βόρεια Ηπειρο, γίνει πραγματικότητα. 
Θύμιος Λιώλης και Βόρειος Ηπειρος είναι δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους: Η Ιστορία έγραψε με ανεξίτηλα γράμματα το όνομα του ήρωα και οι μεταγενέστεροι θα αντλούν δύναμη από την ανδρεία του οπλαρχηγού των βορειοηπειρομακεδονικών βουνών και θα υμνούν εσαεί τα κατορθώματα του απαράμιλλου αγωνιστή της Χριστιανοσύνης και του Ελληνισμού.

Αιωνία σου η μνήμη, αθάνατε Καπετάνιε, που πενθούσες τη Βόρειο Ηπειρο μέχρι το μνήμα σου.

Η εφημερίδα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΝ ΜΕΛΛΟΝ για τον θάνατο του Θύμιου Λιώλη

Απέθανε το παλληκάρι του Βούρκου

Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΘΥΜΙΟ ΛΙΩΛΗΣ

Το πρωί της Παρασκευής 16 Ιουνίου, απέθανε στο Κρατικό Νοσοκομείο, όπου ενοσηλεύετο από ολίγων ημερών, το γνωστό σε όλη τη Βόρειο Ήπειρο και ιδιαίτερα στην Επαρχία Δελβίνου παλληκάρι, ο θρυλικός αρχηγός του Βούρκου, ο καπετάν Θύμιο Λιώλης, σε ηλικία 83 ετών. Η είδηση του θανάτου του, εσκόρπισε αφάνταστη λύπη σ’ εκείνους που τον γνώρισαν από κοντά, σ’ εκείνους που επολέμησαν μαζύ του και εξετίμησαν τα καταπληκτικά κατορθώματά του, τους συνεχείς αγώνας του, το ακατάβλητο θάρρος του, τη λεβεντιά του. Ο Θύμιος Λώλης γεννήθηκε στην Κρανιά του Δελβίνου και από μικρός εμποτίστηκε με μίσος κατά των αγάδων, των τσιφλικάδων της περιοχής και όλων των εχθρών του Γένους και διάλεξε το ντουφέκι ως μοναδικό μέσο για να τους πολεμήσει.
Το 1904 ο επίσης θρυλικός αρχηγός της Χειμάρρας Σπυρομίλιος τον έστειλε στη Μακεδονία υπό τας διαταγάς του ωσαύτως θρυλικού Ηπειρώτη αρχηγού Παύλου Μελά, όπου επολέμησε γενναία. ‘Υστερα, γύρισε στην πατρίδα του και ωργάνωσε ανταρτικό σώμα δικό του, το οποίο συνειργάσθη το 1912 με τον αείμνηστο Αργυροκαστρίτη Οπλαρχηγό Ι. Πουτέτση. Μετά τον φόνο του Πουτέτση στην «Τσούκα» της Επαρχίας Δελβίνου, ο Θύμιος συνέχισε τους αγώνας του πολεμώντας και τους Τούρκους και τα άτακτα στίφη των αλβανικών συμμοριών, που εμφανίσθηκαν τότε με την κήρυξιν του πολέμου, για να τρομοκρατήσουν τον ελληνικό πληθυσμό και ιδρύσουν την Αλβανία. Το 1914 με την κήρυξη της Επαναστάσεως του Βορειοηπειρωτικού λαού εναντίον των ισχυρών της Γής για την άδικη απόφασή τους, ο καπετάν Θύμιος από τους πρώτους προσεχώρησε σ’ αυτήν. Πολέμησε γενναία σε όλες τις μάχες, προκαλέσας τον θαυμασμόν δια την τόλμην του, την ευκινησίαν του και την καταπληκτικήν σκοπευτικήν του ικανότητα.
Μετέπειτα όταν η Βόρειος Ήπειρος επεδικάσθη εις τους Αλβανούς, ο καπετάν Θύμιος σε όλους τους αγώνας του εκεί Ελληνισμού έδινε το παρόν. Το 1934 κατά την απεργία των κατοίκων δια τα σχολεία ο Θύμιος με τους άλλους ηγέτας του εκεί Ελληνισμού εξωρίσθη. Και κατά τον πόλεμο του 1940 ο Θύμιος Λώλης πρώτος στον αγώνα.
Το 1941 ήρθε στην Αθήνα ως πρόσφυγας. Μα οι Αλβανοί που αποτελούσαν τη θλιβερή συνοδεία των Ιταλών, τον συνέλαβαν, τον μετέφεραν στα Τίρανα και τον κατεδίκασαν διότι κατά τον πόλεμο βοήθησε τον ελληνικό στρατό. Τον άφισαν αργότερα, αλλά ο καπετάν Θύμιος δεν ησύχασε. Ωργάνωσε σώμα από 500 περίπου Βουρκάρηδες και πολεμούσε κατά των Γερμανών, Ιταλών και Αλβανών. Οι Αλβανοί όμως δεξιοί και αριστεροί τον κυνήγησαν και το 1944 κατέφυγε με λίγα παλληκάρια στις ομάδες του Ζέρβα. ‘Ηρθε στην Αθήνα ζώντας πάντοτε με τον καυμό πώς θα ξαναγυρίση πίσω στον τόπο του, αλλά πέθανε πικραμένος που δεν πραγματοποιήθηκε ο πόθος του.
Το «Ηπειρωτικόν Μέλλον» που τον φιλοξενούσε πάντοτε στα γραφεία του και φεύγοντας απ’ αυτό προ ημερών έπεσε στο δρόμο από τους πόνους που του προξενούσαν τα τραύματα πούχε στο σώμα του, γράφει τα λίγα αυτά λόγια. Η δράση όμως του θρυλικού καπετάν Θύμιου, είναι πολύ μεγάλη και θα επανέλθη. Δεν κλαίει για το θάνατό του, γιατί στα παλληκάρια δεν ταιριάζουν κλάματα. Μα κι αν πέθανε οι αγώνες του και οι θυσίες του θα μείνουν πάντα χαραγμένοι στη σκέψη όλων των Βορ/τών. Στα βουνά και τα λαγκάδια του Νομού Αργυροκάστρου και ιδιαίτερα της Επαρχίας Δελβίνου θα αχάη το θρυλικό τραγούδι:
«Μέσ’ της Δρόβιανης τη ράχη Θύμιο Λιώλης κάνει μάχη».

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ

Η νεκρώσιμη ακολουθία του αείμνηστου Μπάρμπα Θύμιου εψάλη την επομένη και ώρα 11 στο Ναό των Αγίων Αναργύρων. Προσήλθον δε εις αυτήν όλα σχεδόν τα Διοικητικά Συμβούλια των Βορειοηπειρωτικών Οργανώσεων και πολλοί συμπατριώται. Κατετέθησαν στέφανοι: Της Κ.Ε. Βορ. Αγώνος- με δαπάνες της οποίας και εκηδεύθη- της Ενώσεως Επαρχίας Δελβίνου κλπ. Τον απεχαιρέτισαν δε εκφράσαντες την θλίψιν των και εξάραντες τους αγώνας του:Ο Σεβ. Μητροπολίτης Αργυροκάστρου κ. Παντελεήμων και Πρόεδρος της Κ.Ε.Β.Α., ο κ. Μιχ. Πάντος Πρόεδρος της Ενώσεως Επαρχίας Δελβίνου, ο κ. Κ. Κίκιλης, ο Πρόεδρος της Αδελφότητος Δροβιανιτών και συμπολεμιστής του κατά το 1914 κ. Κ. Σούτης, ο κ. Β. Τσέπος, φαρμακοποιός συνεργάτης του εις την Επαρχίαν Δελβίνου και Κ. Καραθάνος εκ μέρους των νέων της Επαρχίας του Βούρκου. Άπαντες δε τον συνώδευσαν στην τελευταία του κατοικία με εκδηλώσεις ειλικρινούς θλίψεως.

Αθ. Γκογκώνης

Το βίντεο με ολόκληρη την εκδήλωση για την 103η επέτειο της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου στο Μνημείο του Θύμιου Λιώλη στην Κρανιά Δελβίνου

Φωτογραφίες














Οι φωτογραφίες που περιέχουν λεζάντα προέρχονται από το ιστολόγιο "Ο Παιδαγωγός"