Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

25 Μαρτίου 1906: Η ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας

Ο Αρχηγός της Ηπειρωτικής Εταιρείας
Σπύρος Σπυρομήλιος 
"Ορκίζομαι επί του ιερού ευαγγελίου, εις το όνομα της μίας και αδιαιρέτου και ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μου πατρίδος Ηπείρου όταν διαταχθώ πρός τούτο, και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περί του σκοπού και του έργου της εταιρείας, εν ή δε περιπτώσει φανώ επίορκος να υφίσταμαι τας συνεπείας του περί ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος".

(Ο όρκος των μελών της Ηπειρωτικής Εταιρείας) 


Οι Αλβανοί μετά την πτώση της Κρόγιας (Κρούγια) και την αναχώρηση του Καστριώτη από τα δρώμενα του 1450, υποτάσσονται στην τουρκική πλημμυρίδα που κατακλύζει την Χερσόνησο του Αίμου, διότι δεν έχουν την ηθική αντοχή των άλλων χριστιανικών λαών της χερσονήσου και το θρησκευτικό και φυλετικό αίσθημα τους είναι χαλαρότερο. Έτσι ασπάζονται μαζικά το Ισλάμ και συν τω χρόνω αποκτούν τουρκική συνείδηση και γίνονται πιστοί Μουσουλμάνοι και υπηρέτες της Οθωμανικής κατοχής, δεν σημειώνεται καμία εθνική αλβανική επανάσταση άξια λόγου.

Στη διάρκεια του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1878, ἡ τουρκική διπλωματία – για να εξισορροπήσει τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Ήπειρο- συγκροτεί το Συνέδριο της Πρισρένης, γέννημα του οποίου είναι ο «Αλβανικός Σύνδεσμος». Ἡ οργάνωση αυτή, με αρχηγό τον Αμπντούλ Βέη Φράσαρι, ζητά αυτονομία της Αλβανίας, η οποία εδαφικά ισχυρίζονται ότι περιλαμβάνει και την Ήπειρο μέχρι την Πρέβεζα. Παρόμοιες διεκδικήσεις όμως προβάλλουν και οι Ουνίτες Αλβανοί της Νοτίου Ιταλίας, με αρχηγό τον Τζιουζέπε Μπεράντο. Το τέχνασμα πετυχαίνει και η Ήπειρος παραμένει εκτός ορίων της Ελλάδος. Φυσικά όλα αυτὰ ξεχνιούνται από τους Μουσουλμάνους Αλβανούς την επόμενη του Συνεδρίου – και τον Σύνδεσμο και την Αυτονομία – και συνεχίζουν να παραμένουν πιστοί στην τουρκική πατρίδα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους Χριστιανούς Αλβανιστές, οι εξέχοντες των οποίων έχουν σπουδάσει στην Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και συχνά έχουν τη χρηματική υποστήριξη των Ελληνικών κυβερνήσεων, για τον αντίθετο σκοπό βεβαίως. Αυτοί συμπράττουν με τους καταδιωκομένους από τους Τούρκους για διαφόρους λόγους Τουρκαλβανούς καὶ εγκαθιστούν τα κέντρα δράσης τους αρχικά στην Σόφια και μετά, στο Βουκουρέστι, στο Κάϊρο και στη Βοστώνη. Στη Σόφια, εγκατεστάθη ο Ιωάννης Βρεττὸς από το Ντουαράσι και συνεργαζόμενος με τὸν Ναΐμ Βέη Φράσαρη, θα τυπώσει πολλά βιβλία στην αλβανική γλώσσα, όπως επίσης
Και τον χάρτη της μεγάλης Αλβανίας, προς Νότον δε μέχρι την Ναύπακτο!

Αυτὲς οι προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα στην ιθύνουσα τάξη των Αλβανών, οι οποίοι έμειναν πιστοί στο «Ντοβλέτι», απολαμβάνοντας τα προνόμια που τους παραχωρούσαν οι Τούρκοι . Φυσικά, για τον αλβανικό λαό ούτε λόγος να γίνεται, διότι αυτὸς κυλιόταν στον βούρκο της αμάθειας.
Η κίνηση αυτή, είχε πενιχρά αποτελέσματα μόνον στους απόδημους Αλβανούς, οι περισσότεροι των οποίων ήσαν Χριστιανοί και μέχρι πρότινος αφοσιωμένοι στον Ελληνισμό.
Οι οικονομικοί τροφοδοσία της κινήσεως αυτής, γινόταν από διαφόρους εξέχοντες Αλβανούς, που εξαπατούσαν διάφορες κυβερνήσεις. Επί παραδείγματι, ο Ισμαήλ Κεμάλ ήταν ένας καλός έμπορος της «αλβανικής φιλίας». Την οποία άλλοτε πούλαγε στην Ελλάδα για 100.000 χρυσά φράγκα και με την ελληνική κυβέρνηση να του τυπώνει δωρεάν το Αλβανικό Λεξικό και άλλα έντυπα που τελικά οδηγούσαν σε εχθρότητα προς την Ελλάδα, άλλοτε πούλαγε στην Ιταλία για 400 000 χρυσά φράγκα.
Ο ίδιος, τελικώς αποβιβάσθηκε με τα χρήματα του, από αυστριακό αντιτορπιλικό στον Αυλώνα τον Νοέμβριο του 1912 και ανακήρυξε την Αλβανική αυτονομία, για να προλάβει την προέλευση του Ελληνικού Στρατού.
Μόνο όταν φάνηκε καθαρά η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η απώλεια των προνομίων των Αλβανών μπέηδων, τότε ο τούρκο-αλβανικός κόσμος άρχισε να κινείται προς την ιδέα της Αυτονομίας.

Μετὰ την οικτρή ήττα των Ιταλών στην Άδουα το 1895, έσβησε προσωρινά το όνειρο του ιταλικού αποικιακού κράτους στην Αφρική. Τότε, η ιταλική ηγεσία στράφηκε προς Ανατολάς και υποστήριξε το Αλβανικό Ζήτημα για να δημιουργήσει ένα κράτος δορυφόρο στα Βαλκάνια.
Ἡ Αλβανία –κατά τους Ιταλούς-έφθανε μέχρι την Πρέβεζα και η Ήπειρος άρχισε να εμφανίζεται με την ονομασία «Ρας ντε Αλμπάνια». Την περίοδο αυτή έγιναν πολλές επενδύσεις στην Ήπειρο. Η αντίδραση της Ελλάδος σε όλο αυτό ήταν η παντελής απουσία και σιγή.
Αλλά και η Ρουμανία επιβουλευόταν την Ήπειρο. Η ρουμανική επιβουλή βρήκε ένθερμο εκφραστή στο πρόσωπο του αρνησιπάτριδος δημοδιδασκάλου Απόστολου Μαργαρίτη. Παρά τον πακτωλό χρημάτων όμως, η όλη προσπάθεια απέφερε πενιχρά αποτελέσματα και κατέστη απλώς μία κερδοσκοπική επιχείρηση για τους εμπλεκομένους.

Η ίδρυση - πέραν των άλλων – ρουμανικού προξενείου στα Ιωάννινα, οδήγησε στην δημιουργία μυστικής ελληνικής οργανώσεως υπό τον ιεροκήρυκα Παπακώστα Θωμαΐδη. Αρχικά μέλη ήταν οι γιατροί Δημήτριος Βλαχλίδης και Αριστείδης Χρηστίδης και οι δικηγόροι Αλεξανδρος Λιβαδέας και Περικλής Γεωργίτσης. Αυτὴ η οργάνωση συνέλαβε να αντιστρατευθεί στη ρουμανική προπαγάνδα, αλλά καὶ να αφυπνίσει τον Ηπειρωτικό λαό για τα περαιτέρω.
Ἡ οργάνωση προκειμένου να ανακόψει τις εντεινόμενες ρουμανικές προσπάθειες, αποφάσισε και σκότωσε τον προδότη Κωσταντίνο Σάμπα, δάσκαλο της Ρουμανικής Σχολής των Ιωαννίνων. Δυστυχώς, ο νεαρός εκτελεστής Βαγγέλης Μπάμπουρης, που φυγαδεύτηκε στην Αθήνα, δεν κράτησε το στόμα του κλειστό και διέδωσε γεγονότα και ονόματα. Αυτό οδήγησε στην κατάργηση της ολιγομελούς οργανώσεως των Ιωαννίνων, αναγκάζοντας τα περισσότερα μέλη της να βγουν στην παρανομία και να καταταχθούν σε διάφορα αντάρτικα σώματα.

Το Φθινόπωρο του 1906, αποσπάστηκε στο Προξενείο των Ιωαννίνων, ο υπολοχαγός Κωνσταντίνος Τσιριγώτης, ως «γραφέας». Η αποστολή στην πραγματικότητα ήταν καθαρά επιτελική, με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών και την επαλήθευση των χαρτών της Ηπείρου. Την αποστολή αυτή έφερε σε πέρας επιτυχώς, με την συνδρομή της προαναφερθείσης οργανώσεως και της Ηπειρωτικής Εταιρείας, η οποία είχε συσταθεί λίγους μήνες νωρίτερα.

ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Ενώ ο Ηπειρωτικός λαός εδονείτο από αισθήματα φιλοπατρίας, δύο πλευρές αντιμάχοντο για να πετύχουν τον αντίθετο σκοπό. Από την μια οι κοτσαμπάσηδες και οι κάθε λογής βολεμένοι στο τουρκικό καθεστώς που δεν ήθελαν αλλαγή της καταστάσεως και από την άλλη οι Έλληνες πατριώτες –εθνικιστές που ποθούσαν την απελευθέρωση της Ηπείρου. Έναντι της καταστροφολογίας των πρώτων, υπερίσχυσαν οι δεύτεροι κι έτσι την 25η Μαρτίου 1906 ιδρύθηκε στην Αθήνα η Ηπειρωτική Εταιρεία. Αρχηγός ήταν ο Υπομοίραρχος Χωροφυλακής Σπύρος Σπυρομήλιος και μέλη εξέχοντες Ηπειρώτες, οι πλείστοι των οποίων αξιωματικοί. 


Η Ηπειρωτική Εταιρεία κατόρθωσε να συνδεθεί με τον αφανή γενικά πρόεδρο όλων των Εθνικών Οργανώσεων – Κωνσταντίνο – μέσω του Παναγιώτη Δαγκλή, καθώς και με όλες τις κατά καιρούς κυβερνήσεις. Σημειωτέον, ότι ο Σπυρομήλιος ποτὲ δεν ανταμείφθηκε για τον άθλο του από τους Ηπειρώτες, αφ’ ενός λόγω του αυταρχικού του χαρακτήρα και αφ’ ετέρου διότι συχνά ελάμβανε δρακόντεια μέτρα κατά προσώπων της ιθύνουσας τάξεως των Ιωαννίνων, τα οποία παρά την δουλόφρονα, αν όχι προδοτική στάση τους την περίοδο των αγώνων, επέπλευσαν πολιτικά μετά την απελευθέρωση.

Η Ηπειρωτική Εταιρεία, για να πετύχει τον σκοπό της, ίδρυσε τρεις Διευθύνσεις στα τρία ζωτικότερα αστικά κέντρα της Ηπείρου, στα ελληνικά προξενεία και την διεύθυνση τους ανέλαβαν κατά κανόνα Έλληνες αξιωματικοί.
Η Α’ Διεύθυνση ήταν στα Ιωάννινα, όπου εγκατέστησε και το αρχηγείο του ο Σπυρομίλιος και ανέπτυξε αξιόλογη δράση. Η Β’ Διεύθυνση ήταν στην Πρέβεζα και παρά τις ευνοϊκές συνθήκες λόγω της επαφής με την θάλασσα, δεν ανέπτυξε ιδιαίτερα αξιόλογη δράση, εκτός από τη στρατολόγηση πολλών μελών, χάρις στη δραστηριότητα της Μητρόπολης Πρεβέζης . Η Γ’ Διεύθυνση ήταν στο Αργυρόκαστρο, όπου λόγω δυσμενών συνθηκών και απολύτως εχθρικού περιβάλλοντος απέτυχε να παρουσιάσει κάποια αξιόλογη δράση.

Η Ηπειρωτική Εταιρεία οργάνωσε από μία εικοσαμελή ομάδα δράσεως σε κάθε Διεύθυνση και τις εξόπλισε με αριθμό περιστρόφων, με την εντολή να αρχίσουν τα αντίποινα εναντίον του δυνάστη. Από το 1880, κανένας ραγιάς δεν είχε τολμήσει να σηκώσει το χέρι του εναντίον Τούρκου μέσα στις Ηπειρώτικες πόλεις. Αυτό άλλαξε όταν στις 16 Φεβρουαρίου 1906 σκοτώθηκε ο πρώτος Τούρκος στα Ιωάννινα. Μάλιστα, ενώ οι δράστες εντοπίσθηκαν από απόσπασμα «τζανταρμάδων» (χωροφυλάκων), εν τούτοις η χρήση των περιστρόφων από τους Έλληνες δράστες, ανάγκασε την τουρκική περίπολο να υποχωρήσει.

ΟΙ ΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Η κήρυξη του Νεοτουρκικού Συντάγματος, επέτρεψε να εμφανισθεί δυναμικά ο αλβανικός κίνδυνος. Οι Αλβανοί μουσουλμάνοι, αποτελούσαν επί αιώνες ένα από τα πλέον αφοσιωμένα ερείσματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελώντας πολύτιμο κοινωνικό και στρατιωτικό κεφάλαιο αυτής. Όταν όμως όλα έδειχναν ότι η ημισέληνος έκλεινε προς τη δύση της, εμφανίσθηκε ο αλβανικός εθνικισμός στο προσκήνιο, διεκδικώντας όλη την Ήπειρο και τμήμα της Μακεδονίας. Οι πιέσεις από τους μπέηδες στους υπόδουλους Ηπειρώτες να δεχθούν Αλβανούς δημοδιδασκάλους, αντιμετοπίσθηκαν από τον ήρωα Πουτέτση. Όμως, όλος ο δημόσιος τομέας, η χωροφυλακή, καθώς και η ανεξάρτητη τουρκική μεραρχία Ιωαννίνων, ήταν στελεχωμένες στη συντριπτική τους πλειοψηφία από Αλβανούς.

Η Αυστρία και η Ιταλία ήταν δύο μεγάλες δυνάμεις που, μη μπορώντας να καταβροχθίσουν τους Αλβανούς, πλειοδοτούσαν στην δημιουργία μεγάλου Αλβανικού κράτους ώστε να έχουν την περισσότερη επιρροή. Η Ελλάς αντέδρασε εξοπλίζοντας τον Ελληνικό πληθυσμό, γεγονός που απέβη σωτήριο κατά τις αλβανικές επιδρομές στα χωριά Χόϊκα τον Απρίλιο και Μαυρονόρος, τον Σεπτέμβριο του 1909 και Χλωμό, τον Αύγουστο του 1912. Το 1912 ήταν έτος κατά το οποίο πολυάριθμες αλβανικές συμμορίες άρχισαν να κατέρχονται στην Ήπειρο, με σκοπό να πείσουν τον ελληνικό πληθυσμό να δηλώσει εγγράφως ότι ήσαν Αλβανοί στην καταγωγή. Είναι βέβαιο ότι ένας δεύτερος «Μακεδονικός Αγώνας», αυτή τη φορά στην Ήπειρο, θα ήταν αναπόφευκτος εάν δεν ερχόταν ο λυτρωτικός πόλεμος.

Στο μεταξύ, το Νεοτουρκικό Σύνταγμα είχε δώσει το «φιλί της ζωής» στην εκπνέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εντύπωση ότι «κάτι θα άλλαζε». Όμως, ο λαός προσχωρούσε μαζικά στο εθνικιστικό στρατόπεδο και στην Ηπειρωτική Εταιρεία, κάτι που θα μπορούσαν να αγνοήσουν οι βολεμένοι και οι «προοδευτικοί - διαλλακτικοί». Έτσι, λόγω φόβου για τα ατομικά και πολιτικά συμφέροντα, πολλοί εύποροι και αντιθέτων απόψεων προσήλθαν στις τάξεις της Ηπειρωτικής Εταιρείας.

Συγκρότηση του Σώματος Πουτέτση

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1908, ένα σοβαρό επεισόδιο επηρέασε την όλη εξέλιξη της προπαρασκευής της Α' Διευθύνσεως. Ο Ιωάννης Πουτέτσης (με καταγωγή από τη Λιούντζη Αργυροκάστρου), ένας φλογερός πατριώτης προύχοντας του χωριού Δραγουμή, έγινε μέλος της Ηπειρωτικής Εταιρείας και άρχισε εντατικό "προσηλυτισμό" στην περιοχή του, με μεγάλη επιτυχία. Δυστυχώς, ένας άλλος προύχοντας ονόματι Στ. Αράπης, ο οποίος είχε κτηματικές διαφορές με τον Πουτέτση, τον κατέδωσε στους Νεοτούρκους για να επωφεληθεί οικονομικά. Έτσι, μία νύκτα ισχυρή δύναμη Χωροφυλακής με πολλά μέλη του Τσεμιγιέτ, πήγε στην Δραγουμή καὶ περικύκλωσε με διπλό κλοιό το σπίτι του Πουτέτση. Ο Πουτέτσης πιάστηκε στον ύπνο σωματικά, αλλά όχι πνευματικά, διότι αμέσως προσκάλεσε τους Τούρκους μέσα και έδωσε εντολή - όσο θα ψάχνουν οι αγάδες - να ετοιμασθεί ένα πλούσιο γεύμα. Είπε επίσης μεγαλόφωνα στον ανιψιό του να σφάξει ένα κατσίκι για να φάνε οι Τούρκοι. Του είπε όμως χαμηλόφωνα , να σελώσει ένα άλογο και να τον περιμένει στο ποτάμι.

Όταν οι Τούρκοι βρήκαν 40 πρωτόκολλα ορκομωσίας ατόμων πρόσφατα μυημένων, κατέσχεσαν κάθε έγγραφο που βρήκαν στην οικία του Πουτέτση. Τόση ήταν η ευχαρίστηση από την επιτυχία τους, που οι Τούρκοι δέχθηκαν να καθήσουν να φάνε κατόπιν προσκλήσεως του οικοδεσπότη, προτού τον οδηγήσουν στην φυλακή. Ο Πουτέτσης με την δικαιολογία ότι πάει στην τουαλέτα, βγήκε έξω και πλησίασε έναν Αλβανό χωροφύλακα που φύλαγε σκοπός. Μιλώντας του αλβανικά, άνοιξε συζήτηση για το Αλβανικό Κομιτάτο και για την αλβανική ελευθερία και ιδέα. Ο χωροφύλακας ενθουσιάστηκε τόσο που τον βοήθησε να διαφύγει και να φθάσει στο ποτάμι, όπου ο Πουτέτσης έφυγε με το άλογο του καλπάζοντας.

Όταν οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τη διαφυγή του Πουτέτση, φοβήθηκαν για ενδεχόμενη επίθεση από τους Έλληνες πολεμιστές και έσπευσαν για τα Ιωάννινα, μαζί με τα κατασχεθέντα έγγραφα. Ο Πουτέτσης, έστειλε μήνυμα στους 40 που οι Τούρκοι είχαν τα ονόματα τους, οπότε αυτοί βγήκαν στο βουνό και έτσι σχηματίσθηκε ένα ισχυρό ανταρτικό σώμα. Η Α΄ Διεύθυνσις απεφάσισε ότι οι διωκόμενοι έπρεπε να πάνε στην ελεύθερη Ελλάδα, καθώς ο σκοπός την περίοδο εκείνη ήταν η προετοιμασία για άμυνα κατά των Αλβανών. Οι διωκόμενοι αρνήθηκαν. Τελικώς, μόνο 25 κρίθηκαν ικανοί λόγω ηλικίας να μετάσχουν στο ανταρτικό σώμα –του οποίου την ύπαρξη στο Σαντζάκι αναγκάσθηκε να κρίνει χρήσιμη η ηγεσία –και οι υπόλοιποι μετέβησαν στην Ελλάδα. Εκεί αντιμετώπισαν την στέρηση της ιεροπραξίας από την ηγεσία της Ελλαδικής Εκκλησίας, διότι «δεν ανήκαν εις το κλίμα της εποχής»!

Το σώμα Πουτέτση, ενισχύθηκε και με άλλους φλογερούς πατριώτες και εξοπλίσθηκε από την Α’ Διεύθυνση με 25 αραβίδες Γκρά, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν μετά από μικρό έρανο. Ο Ιωάννης Πουτέτσης άρχισε δράση επισκεπτόμενος τα χωριά της Ηπείρου και δημιουργώντας επιτροπές αμύνης, σώματα αγροφυλάκων, σύστημα αγγελιοφόρων, καθώς και δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των χωρικών.
Άλλη σημαντική ενέργεια του Πουτέτση ήταν η παραδειγματική και σκληρή τιμωρία των προδοτών, αρχίζοντας από τον καλόγερο ηγούμενο της Μονής Παλιουρής, με αποτέλεσμα να φτάσει στο σημείο η ηγεσία της Ηπειρωτικής Εταιρείας να επεμβαίνει για να τον σταματήσει από τις εκτελέσεις προδοτών ακόμη μέσα στα ίδια τα Ιωάννινα. Ουσιαστικά, ο Πουτέτσης κατάφερε να καταλύσει το Οσμανικό κράτος, δημιουργώντας ένα νέο ελληνικό. Αποτέλεσμα αυτὴς της δράσεως του ήταν να εκλείψει η ζωοκλοπή, να ερημωθούν τα τουρκικά δικαστήρια, να λυθοὺν οι διαφορές των χωρικών και να επικρατήσει σύμπνοια, καθώς και να σταματήσει να αποδίδεται η δεκάτη, ο φόρος στο τουρκικό κράτος, ώστε τελικώς οι μικροϊδιοκτήτες (Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι) να αναγκασθούν να δεχθούν την εξουσία των κατά τόπους επιτροπών! Αντίθετα, οι Τούρκοι και οι Αλβανοί έφυγαν από τα χωριά και οι χωροφύλακες, όπου δεν εγκατέλειψαν το πόστο τους, κλείσθηκαν στους σταθμούς χωροφυλακής. Έτσι ουσιαστικά η Ήπειρος έμεινε στα χέρια των Ελλήνων, πλην των μεγάλων αστικών κέντρων.

Όμως η δράση του Πουτέτση συνάντησε αντίσταση και εκ των ένδων, διότι όταν φάνηκε ότι ο λαὸς τον είχε ἀνακηρύξει σε ήρωα –Πατρο-Κοσμά τον αποκαλούσαν – διατυπώθηκε η άποψη να δολοφονηθεί αυτὸς και ο πάτρωνας του Στ. Αράπης. Επικράτησε ωστόσο η σύνεση.
Για ν’ αντιμετοπίσει το σώμα Πουτέτση, το Τεμιγιέτ δέχθηκε την προσφορά κάποιου Κόκκινου, Ιουδαίου εισπράκτορα, που προσεφέρθη να δημιουργήσει δίκτυο παρακολουθήσεως του σώματος με Εβραίους ζωέμπορους. Στόχος να πέσει το σώμα του Πουτέτση σε ενέδρα και να εξοντωθεί. Όμως, η Ελληνική Οργάνωση διέθετε αυτιά και μέσα στο Τσεμιγιέτ. Όταν πληροφορήθηκε το εβραϊκό σχέδιο, το πληροφορήθηκε αυθημερόν και ο Πουτέτσης. Οι έξι Εβραίοι ζωέμποροι που εστάλησαν από τον Κόκκινο για να κατασκοπεύσουν, συνελήφθησαν, βασανίσθηκαν και εκτελέσθησαν, όταν τελικώς η αλήθεια απεκαλύφθη. Οι συγγενείς τους έστειλαν μια ομάδα 6-7 Εβραίων για να τους βρούν, αλλά και αυτή η ομάδα εκτελέσθηκε παραδειγματικά στην πλατεία του χωριού Χοίνικα, ενώπιον όλων των κατοίκων. Μάλιστα οι άνδρες του Πουτέτση, έκοψαν τα αυτιά από τα πτώματα, προτού τα ρίξουν σε ένα βάραθρο. Ο Πουτέτσης, επειδή έβλεπε ότι η κατάσταση εκτρεπόταν, έστειλε επιστολή στην Ισραηλιτική Κοινότητα, μέσα σε ένα δέμα στο οποίο τοποθέτησε και τα αυτιά των σκοτωμένων. Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων εξεμάνησαν και προσέφυγαν στον Τούρκο Βαλή για να ζητήσουν όπλα να τιμωρήσουν τους ενόχους, αλλὰ κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν. Οι Τούρκοι υποσχέθηκαν ότι θα έπιαναν τους ενόχους, αλλὰ κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν, αλλὰ η πυρπόληση του σπιτιού του ενορχιστρωτή του σχεδίου Κόκκινου, μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων μάλιστα, έδωσε στην εβραϊκή κοινότητα να καταλάβει ποιος ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού.

Η δράση ελληνικού ανταρτικού σώματος στην Ήπειρο επί 4 μήνες, εκτός των θετικών, επέφερε μοιραία και αρνητικές συνέπειες. Οι τουρκικές Αρχές αντέδρασαν όπως όλες οι δυνάμεις κατοχής και άρχισαν οι διώξεις του ελληνικού στοιχείου, με αποτέλεσμα να γεμίσουν οι φυλακές με εκατοντάδες αθώους. Η Α΄ Διεύθυνσις απεφάσισε να διατάξει το σώμα Πουτέτση να μετασταθμεύση εντός των συνόρων της ελεύθερης Ελλάδος και να τεθεῖ σε εφεδρεία. Ο Πουτέτσης αρχικά αρνήθηκε, αλλά μετά από διαβουλεύσεις και χρηματική ενίσχυση για τα έξοδα συντηρήσεως, τελικώς το σώμα απεσύρθη. Μετά από αυτά, ατόνησαν και οι διώξεις των Τούρκων. Από την εφεδρεία όμως, το σώμα εκτελούσε κάποιες αποστολές σε αραιά χρονικά διαστήματα. Μερικές ενδεικτικές ήταν η απελευθέρωση κάποιας ομήρου για λύτρα και η εκτέλεση του ληστάρχου που την είχε απαγάγει, ή η αποστολή απειλητικών επιστολών σε διαφόρους, προκειμένου να συνετισθούν όσον αφορούσε την στάση τους επί των εθνικών θεμάτων.

Συνέχιση της προπαρασκευής

Τον Σεπτέμβριο του 1906, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού έστειλε τους αξιωματικούς Θεόδωρο Μανέτα στο Προξενείο Ιωαννίνων και Κοντογούρη, στο Προξενείο Αργυροκάστρου. Αυτοί ανήκαν στην Πανελλήνια Οργάνωση και είχαν αποστολή να αναλάβουν την διεύθυνση και συντονισμό της Ηπειρωτικής Εταιρείας, υποκρινόμενοι τους υπαλλήλους των Προξενείων. Αντίστοιχα, ο Ανθυπολοχαγός Γαρδίκης τοποθετήθηκε διευθυντής σε χάνι της Φιλιππιάδας, για συγκέντρωση πληροφοριών.
Στο Αργυρόκαστρο, ο Κοντογούρης δεν βρήκε καμμία προετοιμασία και λόγω των δυσχερών συνθηκών ασχολήθηκε μέχρι την αναχώρηση του με επιτελικές στρατιωτικές εργασίες, χωρίς να προχωρήσει στην συγκρότηση κάποιας απελευθερωτικής οργάνωσης. Στα Ιωάννινα όμως η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική. Ο προκάτοχος του Μανέτα, Τσιριγώτης είχε δημιουργήσει ισχυρή και πολυπλόκαμη οργάνωση δυνάμεως περίπου 500 ανδρών. Ὁ Μανέτας όμως διεκατεχόταν από τις «προοδευτικές» απόψεις των Ελλήνων πολιτικών και θέλησε να διαλύσει την υπάρχουσα οργάνωση, αντικαθιστώντας την με νέα ολιγομελή υπό την άμεση διοίκησή του, ώστε να μην δοθεί αφορμή στους Τούρκους για «νέες περιπέτειες». Στην επιλογή του αυτή, βάρυνε η προσωπική του εκτίμηση ότι ήταν δυνατός ο εξοπλισμός και ξεσηκωμός των Ηπειρωτών έπειτα από προετοιμασία λίγων μόνο ημερών ή εβδομάδων. Οι «προοδευτικοί» ἀδυνατούσαν να εννοήσουν ότι το να εξοπλίσεις έναν πληθυσμό, δεν απαιτεί πολύ χρόνο. Το να χαλυβδώσεις όπως την ψυχή του με θέληση για αγώνα, είναι μακροχρόνια διεργασία.



από το βιβλίο 
O ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ 1897 -1913
του Θανάση Δίκαιου (2004)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου